Iara Lee
Βιογραφικό
Η Βραζιλιάνα, με κορεατική καταγωγή, Ιάρα Λι είναι ακτιβίστρια, σκηνοθέτις και ιδρύτρια-διευθύντρια του δικτύου Cultures of Resistance, μιας οργάνωσης που προωθεί την παγκόσμια αλληλεγγύη και συνδέει και υποστηρίζει πολιτικούς παράγοντες, παιδαγωγούς, αγρότες και καλλιτέχνες, για να οικοδομήσουν έναν όμορφο και δίκαιο κόσμο μέσα από την δημιουργική αντίσταση και τη μη βίαιη δράση. Την τελευταία δεκαετία η Ιάρα Λι έχει σκηνοθετήσει-κάνει την παραγωγή σε πολλά ντοκιμαντέρ μεγάλου μήκους και σε δεκάδες ταινίες μικρού μήκους. Η τελευταία της ταινία με τίτλο «Wantoks - Ο χορός της ανθεκτικότητας στη Μελανησία» έκανε πρεμιέρα τον Μάιο του 2019 και παρουσιάζει τους Μελανησίους καλλιτέχνες που χρησιμοποιούν το ταλέντο τους για να εξυμνήσουν την τοπική τους κουλτούρα και να τραβήξουν την διεθνή προσοχή στη μάχη των νησιών με την κλιματική αλλαγή. Τα άλλα πρόσφατα ντοκιμαντέρ της έχουν γυριστεί στην Δυτική Αφρική. Το «BURKINABÈ RISING» του 2018 μιλάει για το σημείο συνάντησης της τέχνης και της πολιτικής στην Μπουρκίνα Φάσο και το «BURKINABÈ BOUNTY», επίσης του 2018, μιλάει για την αγροοικολογία στην Μπουρκίνα Φάσο. Τώρα έχει τρία πρότζεκτ σε φάση επεξεργασίας μετά την παραγωγή τους: το «Παρακολουθώντας το Τσερνόμπιλ», μια ταινία που εξετάζει την underground κουλτούρα της ζώνης αποκλεισμού του Τσερνόμπιλ τρεις δεκαετίες μετά το πυρηνικό ατύχημα, το «FROM TRASH TO TREASURE», ένα ντοκιμαντέρ μικρού μήκους για το πώς μετατρέπουν τα αρνητικά σε θετικά στο Λεσόθο και το «THE SAMI'S SONG OF SURVIVAL», ένα ντοκιμαντέρ μικρού μήκους για την αντίδραση των αυτοχθόνων του Αρκτικού. Η Ιάρα Λι είναι χρόνια υποστηρίκτρια της Greenpeace, των Γιατρών Χωρίς Σύνορα, της Διεθνούς Αμνηστίας και πολλών ακόμα οργανώσεων ανά τον κόσμο, μέσω του δικτύου Cultures of Resistance.
Συνεντεύξεις Σκηνοθετών
Συνέντευξη
Ποιο ήταν το αρχικό κίνητρο που σας ώθησε να ασχοληθείτε με αυτή την ιστορία και ποια ήταν η εμπειρία σας γνωρίζοντας και κινηματογραφώντας τον λαό των Σάμι;
Προσκλήθηκα να παρακολουθήσω ένα φεστιβάλ στο Τρόντχαϊμ που ονομάζεται Transform. Η διοργανώτριά του, η Helene Stefanak, ήταν ένα άτομο που είχα γνωρίσει στο Πακιστάν, όταν γύριζα μια ταινία για τους ιθαγενείς Πακιστανούς, τους Καλάς. Η Helene μού είπε ότι ήθελε να γνωρίσω τους ιθαγενείς του αρκτικού βορρά, και όταν πήγα στο φεστιβάλ της, φρόντισε να με φέρει σε επαφή με τον λαό των Σάμι. Ενθουσιάστηκα με την ιστορία τους· εκείνη με καθοδήγησε, άρχισα να παίρνω συνεντεύξεις και, πριν το καταλάβω, είχε αρχίσει να διαμορφώνεται μια ταινία. Οι Σάμι δεν έχουν αυτή την έννοια του καπιταλισμού, όπου όλα ανήκουν στους ανθρώπους με υλιστικό τρόπο. Ο τρόπος ζωής τους είναι υπέροχος — η νομαδική κτηνοτροφία, η σχέση τους με τον τάρανδο, που τρέφεται αποκλειστικά με λειχήνες, μια από τις πιο καθαρές τροφές στη φύση. Το κρέας του είναι αγνό και θρεπτικό· ακόμα και χωρίς πρόσβαση σε λαχανικά, ζουν εξαιρετικά υγιεινά. Εντυπωσιάστηκα επίσης με το γεγονός ότι κατάφεραν να αποκτήσουν δικό τους περίπτερο στην Μπιενάλε της Βενετίας — το Sámi Pavilion — κάτι που δείχνει πόσο αξιοποιούν την τέχνη και τον πολιτισμό για να αφηγηθούν τον αγώνα και την αντίστασή τους. Η δημιουργική αντίσταση είναι κεντρικό στοιχείο όλων των κοινωνικών και ιθαγενών κινημάτων.
Τα αντικείμενά τους είναι πανέμορφα, η αισθητική τους βαθιά συνδεδεμένη με το νόημα. Ακόμη και η ένδυσή τους έχει συμβολισμούς· τίποτα δεν είναι διακοσμητικό χωρίς λόγο. Όλα έχουν μια εσωτερική σημασία.
Ποιες δυσκολίες αντιμετωπίσατε κατά τα γυρίσματα;
Καταρχάς, δεν συνηθίζω να γυρίζω ταινίες στην Ευρώπη. Οι περισσότερες δουλειές μου γίνονται στον παγκόσμιο Νότο. Ήταν λοιπόν η πρώτη φορά που βρέθηκα στα βόρεια, στην Αρκτική, και φυσικά το κόστος ήταν πολύ υψηλότερο. Αυτό αποτέλεσε μια σημαντική πρόκληση. Επίσης, το ψύχος ήταν ακραίο, και οι Σάμι είναι πολύ προστατευτικοί με την κουλτούρα τους· δεν τους αρέσει να αντιμετωπίζονται ως «εξωτικοί ιθαγενείς». Θέλουν να αναγνωρίζονται, να εκτιμώνται και να σέβονται την ταυτότητά τους. Πολλές φορές αισθάνονται ότι έχουν μετατραπεί σε τουριστικό θέαμα. Ήταν λοιπόν πολύ επιφυλακτικοί. Χρειάστηκε να «σπάσω τον πάγο» και να χτίσω σταδιακά εμπιστοσύνη. Τελικά κατάφερα να πάρω συνεντεύξεις από σημαντικές προσωπικότητες του πολιτισμού τους, κι αυτό άνοιξε τον δρόμο και για άλλες επαφές που αρχικά ήταν διστακτικές. Είμαι ιδιαίτερα περήφανη που κατάφερα να κινηματογραφήσω σε όλες τις περιοχές όπου ζουν οι Σάμι: στη βόρεια Νορβηγία, στη Σουηδία, στη Φινλανδία και στη Ρωσία.
Ειδικά για τη Ρωσία, είμαι χαρούμενη, γιατί ακόμη και οι Σκανδιναβοί Σάμι γνωρίζουν ελάχιστα για τους Ρώσους ομόλογούς τους. Νομίζω λοιπόν ότι το αποτέλεσμα προσφέρει μια πλήρη, συνολική ματιά σε αυτόν τον υπέροχο πολιτισμό.
Ποια ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία κατά την παραγωγή ή το μοντάζ της ταινίας;
Το πιο δύσκολο σημείο ήταν τα δικαιώματα του αρχειακού υλικού. Όταν οι κάτοχοι των αρχείων αντιλήφθηκαν ότι η ταινία ασκεί κριτική στον χριστιανισμό, απέσυραν όλο το υλικό και έπρεπε να ξεκινήσω από την αρχή, αναζητώντας νέο. Αυτό πήρε πολύ χρόνο. Όπως συμβαίνει συνήθως στις δουλειές μου, είχα πλήρη συνεργασία από τους ανθρώπους που καταγράφω, αλλά στην προκειμένη περίπτωση οι Σάμι ήταν πιο συγκρατημένοι — ίσως επειδή, ζώντας σε ψυχρές περιοχές, είναι και οι ίδιοι πιο «ψυχροί» χαρακτήρες. Εγώ, ως Βραζιλιάνα, είμαι πιο εξωστρεφής, ανοιχτή, ζεστή. Οι Σάμι είναι πιο επιφυλακτικοί. Η ταινία είναι πολύ πρόσφατη· ακόμη και οι ίδιοι δεν την έχουν δει όλοι. Όμως ήδη υπάρχει ενδιαφέρον από οργανισμούς του βορρά, κι αυτό με χαροποιεί ιδιαίτερα. Νιώθω περήφανη που ολοκλήρωσα ένα τόσο μακρύ και απαιτητικό ταξίδι.
Ποια ήταν τα πιο δυνατά στιγμιότυπα για εσάς κατά την έρευνα και τα γυρίσματα;
Υπήρξε μια φράση που με συγκίνησε βαθιά. Ένα γερμανικό συνεργείο παραπονιόταν ότι οι Σάμι καθυστερούσαν στα ραντεβού, και εκείνοι απάντησαν: «Εσείς έχετε το ρολόι· εμείς έχουμε τον χρόνο». Νόμιζα ότι ήταν ένας υπέροχος, συνοπτικός τρόπος να περιγράψουν τη φιλοσοφία ζωής τους – αυθόρμητη, χωρίς την πίεση του ρολογιού. Επίσης, μια στιγμή που δεν θα ξεχάσω ήταν όταν ετοιμαζόμασταν να κινηματογραφήσουμε και κάποιος από τους Σάμι είπε: «Πρέπει να ζητήσουμε άδεια». Υπέθεσα ότι εννοούσε τον ιδιοκτήτη του χώρου, κι εκείνος μου απάντησε: «Όχι, πρέπει να ζητήσουμε άδεια από τη φύση». Αυτό με συγκλόνισε — ο σεβασμός τους προς τη φύση, την οποία θεωρούν τον ύψιστο «ιδιοκτήτη» όλων των πραγμάτων.
Τι θα θέλατε να πάρει μαζί του ο θεατής μετά την προβολή του ντοκιμαντέρ; Ποιο μήνυμα ή ποια συναισθήματα θέλετε να μεταδώσετε;
Θα ήθελα οι θεατές να νιώσουν ενθάρρυνση να συνεχίσουν τον αγώνα για τα ανθρώπινα δικαιώματα, τα δικαιώματα των ιθαγενών, των μειονοτήτων και ενάντια στον αποικιοκρατισμό. Πρέπει επίσης να συνειδητοποιήσουμε ότι σήμερα αντιμετωπίζουμε μια νέα μορφή αποικιοκρατίας – την πράσινη αποικιοκρατία (green colonialism). Πολλές εταιρείες χρησιμοποιούν το πρόσχημα της «ανανεώσιμης ενέργειας» για να καταστρέφουν δάση και οικοσυστήματα, με το επιχείρημα της οικολογικής ανάπτυξης. Οι Σάμι προστατεύουν τα δάση τους και αντιδρούν όταν ξένες εταιρείες – όπως για παράδειγμα ισραηλινές – τα καταστρέφουν για να κατασκευάσουν τεράστια αιολικά πάρκα, τα οποία τελικά συνδέονται και με πολεμικές χρηματοδοτήσεις.Πρέπει λοιπόν να είμαστε προσεκτικοί απέναντι σε αυτή τη σύγχρονη μορφή αποικιοκρατίας, που μεταμφιέζεται σε «πράσινη πρόοδο».
Θέλω οι θεατές να καταλάβουν ότι ακόμη και στη Σκανδιναβία, που συχνά φαντάζει ως πρότυπο οικολογίας και κοινωνικής ισότητας, υπάρχουν ανάλογα προβλήματα. Ο καπιταλισμός είναι καπιταλισμός παντού· το χρήμα εξακολουθεί να κυριαρχεί και να καταστρέφει παρθένες περιοχές.
Οι Σάμι προσπαθούν να τις προστατεύσουν, αλλά δίνουν σκληρό αγώνα, ακόμη και εκεί. Νομίζω ότι το κοινό θα αναγνωρίσει πως, παρόλο που η ταινία επικεντρώνεται σε μια συγκεκριμένη γεωγραφία, η ιστορία αυτή είναι οικουμενική. Κάθε χώρα αντιμετωπίζει αντίστοιχες προκλήσεις — την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων, την καταστροφή του περιβάλλοντος στο όνομα της ανάπτυξης.
Θέλω οι άνθρωποι να καταλάβουν ότι πρόκειται για παγκόσμιο ζήτημα, και πως πρέπει όλοι να εργαστούμε μαζί για να σώσουμε τον πλανήτη μας. Οι Σάμι αποτελούν ένα φωτεινό παράδειγμα ενεργής αντίστασης μέσα από τη δημιουργικότητα — κι αυτό είναι ένα μήνυμα που αξίζει να κρατήσουμε:
να αντιστεκόμαστε δημιουργικά, συλλογικά και με αλληλεγγύη.
Σύντομο βιογραφικό της Iara Lee:
Η Iara Lee, Βραζιλιάνα κορεατικής καταγωγής, είναι ακτιβίστρια σκηνοθέτις και ιδρύτρια/διευθύντρια του δικτύου Cultures of Resistance, ενός ιδρύματος που προάγει την παγκόσμια αλληλεγγύη και στηρίζει δημιουργικούς ακτιβιστές στην προσπάθειά τους να χτίσουν έναν πιο δίκαιο, βιώσιμο και ειρηνικό κόσμο. Οι ταινίες της πραγματεύονται ζητήματα που συχνά αγνοούνται από τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης και έχουν προβληθεί ευρέως — από φεστιβάλ και πανεπιστήμια μέχρι καταυλισμούς προσφύγων και πέρα από αυτούς.
Συνέντευξη: Βιργινία Ζερβογιαννάκη, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου
EL
EN
